001Ἀναμφισβήτητα τό σημαντικότερο πρᾶγμα μετά τήν ὁλόσωμη Εἰκόνα τοῦ Ἀρχαγγέλου πού θαυμάζει ὁ προσκυνητής μέσα στό Καθολικό τῆς Μονῆς τοῦ Πανορμίτη, εἶναι τό ἐκπληκτικῆς τέχνης ξυλόγλυπτο τέμπλο του. Στά μεταβυζαντινά χρόνια, τά συνηθιζόμενα τέμπλα εἶναι ξυλόγλυπτα καί ἐμφανίζουν καθ’ ὕψος τριμερῆ διαίρεση. Χαρακτηριστικά δείγματα τέμπλων τοῦ 18ου αἰ. ἀποτελοῦν ἐκτός αὐτοῦ τῆς Μονῆς μας, τοῦ Ἁγ. Ἰωάννη τῆς Πάτμου, τοῦ Ταξιάρχου τοῦ Θαρρίου τῆς Ρόδου, τοῦ Ἁγίου Ὄρους κ.τ.λ. Ἡ κατασκευή ἑνός τέμπλου, ἦταν μιά ὁλόκληρη τελετουργία. Σέ τέτοια μνημεῖα μάλιστα ἰδιαίτερης θρησκευτικῆς ἀξίας, φρόντιζαν νά ἐπιλέγουν τούς καλλίτερους τεχνίτες τῆς ἐποχῆς, μέ ἀποτέλεσμα τήν δημιουργία ἀπαράμιλλων ἔργων τέχνης. Ὡς τόσο παρ’ ὅλη τήν σπουδαιότητα τῶν δημιουργημάτων αὐτῶν, σήμερα δέν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα γιά τούς δημιουργούς ἐκείνης τῆς σημαντικῆς περιόδου στά Δωδεκάνησα.

Ἡ περίπτωση τοῦ Πανορμίτη ὅμως ἀποτελεῖ ἴσως τήν μοναδική ἐξαίρεση, ἀφοῦ ἀρκετά σημαντικά στοιχεῖα περί τοῦ τέμπλου του, μαρτυροῦνται σ’ ἕνα χειρόγραφο, πού μέχρι σήμερα διασώζεται στό Ἀρχεῖο τῆς Μονῆς. Πρόκειται γιά ἕνα συμφωνητικό-ἐξοφλητικό ἔγγραφο γραμμένο στήν Κῶ τό 1788, τό ὁποῖο συνέταξε ὁ ξυλογλύπτης «μαστρο-Δράκος Ταλιαδοῦρος». Ὅπως συμπεραίνεται σαφέστατα ἀπό τό κείμενο τοῦ ἐγγράφου, ὁ Ταλιαδοῦρος εἶναι ὁ δημιουργός τοῦ ἀριστουργήματος αὐτοῦ καί πλέον εὑρισκόμενος σέ μεγάλη ἡλικία, ἐγγίζει στό τέλος τῆς ζωῆς του. Μέχρι τήν στιγμή ἐκείνη ἔχει ὁλοκληρώσει τό τέμπλο, ὄχι ὅμως καί τό εἰκονοστάσιο τῆς ἐφέστιας Ἱερᾶς Εἰκόνας τοῦ Ἀρχαγγέλου μετά τῶν ὑπολοίπων ἐπίπλων τοῦ Ναοῦ.

P5140394Τό ποσόν πού ἔχει λάβει γιά τήν ἐργασία του, ἀνέρχεται στά 1.500 γρόσσια τῆς ἐποχῆς. Ἡ Μονή γιά νά διασφαλισθεῖ, ἀπέστειλε στήν Κῶ ὡς ἀντιπρόσωπο τόν οἰκονόμο της Ἱερομόναχο Παρθένιο. Ὁ Ταλιαδοῦρος διακρινόμενος ἀπό ὑπέρμετρη εὐλάβεια πρός τόν Πανορμίτη καί τήν Μονή Του, ὁμολογεῖ ἔμπροσθεν ἀξιόπιστων μαρτύρων, ὅτι τό ποσόν πού ἔλαβε, ἀντιστοιχεῖ ὄντως στήν ἀξία κατασκευῆς τοῦ ἔργου καί δέν ἔχει καμία ἐπιπλέον ἀξίωση. Καί τοῦτο, διότι σέ περίπτωση θανάτου του δέν ἤθελε κάποιος ἐκ τῶν κληρονόμων του νά ἀπαιτήσει ἀπό τήν Μονή, ἄλλα χρήματα.

Τά συμπεράσματα πού προκύπτουν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐξοφλητικοῦ, εἶναι πολύ σημαντικά. Τό σπουδαιότερο, ὅτι τό τέμπλο τόν Φεβρουάριο τοῦ 1788 εἶχε ὁλοκληρωθεῖ, ἀφοῦ ὅπως πιθανολογοῦμε ἄρχισε νά κατασκευάζεται ταυτόχρονα μέ τόν Ναό. Ἐπίσης τό πιθανότερο εἶναι, ὁ «μαστρο-Δράκος» νά μήν πρόλαβε νά κατασκευάσει τά ὑπόλοιπα ξυλόγλυπτα πού ὑπάρχουν σήμερα στόν Ναό, τήν κατασκευή τῶν ὁποίων πραγματοποίησε ἄλλος τεχνίτης ἀμέσως μετά. Μιά προσεκτική ματιά ἀρκεῖ ἄλλωστε, γιά νά ἐντοπίσει κανείς τίς σημαντικές διαφορές πού ὑπάρχουν μεταξύ αὐτῶν καί τοῦ τέμπλου.

Μέ βάση τά ἀνωτέρω ὑποθέτουμε τό πῶς περίπου ἐξελίχθηκαν τά γεγονότα: Τό ἔτος 1776 ἔχουν ἀρχίσει οἱ ἐργασίες τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ νέου Καθολικοῦ. Στήν πορεία ὁλοκληρώσεως τοῦ ἔργου, οἱ νεότεροι κτίτορες καί ἀνακαινιστές τῆς Μονῆς ἀδελφοί Νεόφυτος καί Κάλλιστος, προβληματίζονται ἔντονα γιά τήν σημαντική κατασκευή τοῦ Τέμπλου. Ἔτσι λοιπόν κατόπιν ἐνδελεχοῦς ἔρευνας καί ἐξετάσεως, ὁδηγοῦνται στήν ἐπιλογή τοῦ ξακουστοῦ ξυλογλύπτη ἀπό τήν γειτονική Κῶ, τοῦ Μαστρο-δράκου Ταλιαδούρου. Ὁ ἐν λόγῳ τεχνίτης, εἰκάζεται ὅτι ἀρκετά χρόνια πρίν, ἐδραστηριοποιεῖτο σέ παρόμοιες κατασκευές Ἐκκλησιῶν τῆς Ρόδου. Ἡ παράδοση μάλιστα διασώζει, ὅτι νωρίτερα ὁ ἴδιος μέ τό συνεργεῖο του, εἶχε κατασκευάσει τό τέμπλο τοῦ Ναοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τῆς Ἰαλυσοῦ στήν Ρόδο, τό ὁποῖο ὁμολογουμένως, ἔχει καταπληκτική ὁμοιότητα μέ αὐτό τοῦ Πανορμίτη.

Οἱ Συμαῖοι Ἱερομόναχοι λοιπόν, καλοῦν τόν ἔμπειρο αὐτόν τεχνίτη, ὁ ὁποῖος προφανῶς ἐγκατεστάθη στήν Μονή ἐπί ἕνα διάστημα καί ἐπικεφαλῆς συνεργείου, δημιουργεῖ τό ξυλόγλυπτο αὐτό ἀριστούργημα. Τό τέμπλο εἶναι ἐπηρεασμένο ἀπό τό ὕφος τοῦ μπαρόκ καί φέρει βαθύ ἔξεργο σκάλισμα τῶν διακοσμητικῶν του. Εἶναι τριμερές καί ἔχει τρεῖς θῦρες: Ὡραία Πύλη καί λοιπές δύο (βορεία καί νοτία). Τά θωράκια δέν φέρουν ξυλόγλυπτη διακόσμηση, παρά μόνο εἰκόνες τῶν τεσσάρων Εὐαγγελιστῶν. Οἱ κίονες ἔχουν τονισθεῖ μέ στριφτό περίτεχνο διάκοσμο, ἐνῶ πάνω ἀπό τίς Δεσποτικές Εἰκόνες ὑπάρχουν διάτρητα τόξα. Τό ἄνω τμῆμα του εἶναι ἐπικλινές πρός τό ἔδαφος καί στολίζεται τόσο μέ τίς Εἰκόνες τοῦ Δωδεκάορτου, ὅσον καί μέ τήν ἐπίστεψη τῶν «λυπηρῶν». Τά βημόθυρα τῆς Ὡραίας Πύλης διασώζονται ἀλώβητα, καί στό κάτω μέρος τους διαγράφουν ὀχτώ τόξα, ἐντός τῶν ὁποίων ἔχουν ἁγιογραφηθεῖ μορφές ἀποστόλων, καθώς καί ἡ συνήθης παράσταση τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου.

TemploἘκπληκτικός βέβαια εἶναι ὁ συνολικός διάκοσμος τοῦ ἔργου. Τά θέματα κυρίως προέρχονται ἀπό τό φυτικό, ἀλλά καί ζωϊκό βασίλειο, βρίσκονται σέ μιά ἀπόλυτα διαλεκτική σχέση μεταξύ τους καί φυσικά ὑπεμφαίνουν βασικούς θεολογικούς συμβολισμούς. Στό ἄνω μέρος πού δεσπόζει ὁ Χριστός ἐπί τοῦ Σταυροῦ ἐν μέσῳ τῆς Θεοτόκου καί τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, τοποθετοῦνται κάτωθεν ἔνθεν καί ἔνθεν ἀπόκοσμοι δράκοντες, πού ἀντιμάχονται τόν Ἐσταυρωμένο Χριστό. Στό κέντρο κάτω ἀπό τόν Σταυρό, ὑπάρχει ἡ συμβολική ἀπεικόνιση πελεκάνου, ὁ ὁποῖος τροφοδοτεῖ μέ αἷμα ἐκ τοῦ στήθους του τούς μικρούς νεοσσούς του. Τό θέμα λαμβάνεται ἀπό τόν σχετικό στίχο τῶν ἐγκωμίων τῆς Μ. Παρασκευῆς: «Ὥσπερ πελεκάν, τετρωμένος τήν πλευράν σου Λόγε, σούς θανέντας παῖδας ἐζώωσας, ἐπιστάξας ζωτικούς αὐτοῖς κρουνούς».

1622Ὅσον ἀφορᾶ στίς Δεσποτικές Εἰκόνες τοῦ Τέμπλου, αὐτές μέ κριτήριο τήν ἐποχή κατασκευῆς τους διαιροῦνται σέ τρεῖς ὁμάδες: Στήν πρώτη συγκαταλέγονται ἡ Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ὡς Μεγάλου Ἀρχιερέως καί αὐτή τῆς Θεοτόκου ἐνθρόνου. Οἱ Εἰκόνες αὐτές προηγοῦνται χρονολογικῶς ἀπό τήν κατασκευή τοῦ Ναοῦ καί τοῦ Τέμπλου καί σύμφωνα μέ κοινή ἐπιγραφή πού φέρουν ἀμφότερες, εἶναι ἔργα τοῦ Χιώτη ἁγιογράφου Σταυριανοῦ. Ἡ ἐν λόγῳ λιτή ἐπιγραφή εἶναι ἀνέκδοτη, στερεῖται χρονολογίας καί ἔχει ὡς ἑξῆς: «ΧΗΡ ΣΤΑΥΡΙΑΝΟΥ ΕΚ ΧΙΟΥ». Τό πιθανότερο εἶναι ὅτι οἱ Εἰκόνες αὐτές ὅταν κατασκευάστηκαν, τοποθετήθηκαν στόν προγενέστερο Ναό τῆς Μονῆς, ἀφοῦ ὁ σημερινός ἀνοικοδομήθηκε τό 1783. Ὅταν ὅμως τό 1788 τό Τέμπλο τοῦ Ταλιαδούρου στόν καινούργιο Ναό ὁλοκληρώθηκε, οἱ Βυζαντινές Εἰκόνες (Χριστοῦ-Θεοτόκου) τοῦ Σταυριανοῦ, μεταφέρθηκαν καί τοποθετήθηκαν στά ἀντίστοιχα ἀνοίγματα πού εἶχαν προβλεφθεῖ καί παραμένουν ἐκεῖ ἕως σήμερα.

Στήν θέση δεξιά τοῦ Χριστοῦ, τοποθετήθηκε τότε μιά Εἰκόνα τοῦ Προδρόμου, ἀναγεννησιακῆς τεχνοτροπίας, ἡ ὁποία σήμερα φυλάσσεται στό Ἐκκλησιαστικό Μουσεῖο τῆς Μονῆς. Ἀριστερά τῆς Θεοτόκου, κρίνοντας μέ βάση τήν ταύτιση τῶν διαστάσεων καί τήν γενικότερη στάση τῶν προσώπων, εἰκάζουμε ὅτι τοποθετήθηκε ἡ Εἰκόνα τῶν Ἱεραρχῶν Νικολάου καί Χρυσοστόμου, ἡ ὁποία ὁμοίως ἐκτίθεται στό Ἐκκλησιαστικό Μουσεῖο. Στήν βορεία Πύλη ἱστορήθη ὁ Ἀρχαγγέλος Ραφαήλ, ὅπου ἔκτοτε παραμένει. Ἡ νοτία Πύλη σήμερα εἶναι ἐπιζωγραφισμένη καί καλύπτεται μέ Ἱεράρχες πού εἶναι ζωγραφισμένοι σέ μουσαμᾶ προσαρμοσμένο στήν ξύλινη ἐπιφάνεια, καλύπτοντας τήν ἀρχική παράσταση τῆς θύρας.

Τό ἔτος 1967 ἡ Μονή θέλοντας νά ἀποκαταστήσει τήν ἀταξία στήν ἁγιοκατάταξη τῶν Εἰκόνων τοῦ Τέμπλου, μερίμνησε γιά τήν κατασκευή νέων Εἰκόνων Βυζαντινῆς τέχνης. Ἔτσι ἀπευθύνθηκε στό εἰκονογραφικό ἐργαστήριο τῆς Ἱ. Μονῆς Εὐαγγελισμοῦ Πάτμου καί στήν καταξιωμένη ἁγιογράφο Μοναχή Ὀλυμπιάδα, μαθήτρια τοῦ μεγάλου Φώτη Κόντογλου. Ὁ ἔξοχος χρωστήρας τῆς Ὀλυμπιάδος, ἱστόρησε μοναδικά τόν Τίμιο Πρόδρομο, πού πῆρε τήν συνήθη του θέση δίπλα στόν Μέγα Ἀρχιερέα. Δίπλα στήν Ἔνθρονο Θεοτόκο, τοποθετήθηκε ἡ Πεντηκοστή, ἀφοῦ ἀπό τήν ἐνσωμάτωση τῶν Δωδεκανήσων καί ἐντεῦθεν, ἡ Μονή καθιέρωσε γιά ἐθνικούς λόγους ὡς δευτέρα της Πανήγυρη τήν ἡμέρα αὐτή.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ